προκλητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προκλητικός προκλητική προκλητικό
γενική προκλητικού προκλητικής προκλητικού
αιτιατική προκλητικό προκλητική προκλητικό
κλητική προκλητικέ προκλητική προκλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προκλητικοί προκλητικές προκλητικά
γενική προκλητικών προκλητικών προκλητικών
αιτιατική προκλητικούς προκλητικές προκλητικά
κλητική προκλητικοί προκλητικές προκλητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προκλητικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.kli.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προκλητικός, -ή, -ό

  1. επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό τη δημιουργία διαμάχης
    προκλητικές βρισιές και χειρονομίες
  2. που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις
    προκλητική επίδειξη πλούτου
  3. που προσπαθεί να ερεθίσει σεξουαλικά
    προκλητικό ντύσιμο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]