προξενητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προξενητής προξενητές
γενική προξενητή προξενητών
αιτιατική προξενητή προξενητές
κλητική προξενητή προξενητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προξενητής < αρχαία ελληνική προξενητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ksɛ.ni.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προξενητής αρσενικό (θηλυκό: προξενήτρα)

  • κάποιος που διαπραγματεύεται έναν γάμο για λογαριασμό άλλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική προξενητής τώ προξενητά οἱ προξενηταί
Γενική τοῦ προξενητοῦ τοῖν προξενηταῖν τῶν προξενητῶν
Δοτική τῷ προξενητ τοῖν προξενηταῖν τοῖς προξενηταῖς
Αιτιατική τόν προξενητήν τώ προξενητά τούς προξενητάς
Κλητική (ὦ) προξενητά (ὦ) προξενητά (ὦ) προξενηταί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προξενητής < προξενῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προξενητής αρσενικό

  1. διαπραγματευτής
  2. προξενητής, κάποιος που διαπραγματεύεται έναν γάμο για λογαριασμό άλλου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νυμφαγωγός, νυμφευτής

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]