προξενώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προξενώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προξενέω, προξενῶ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾo.kseˈno/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐ξε‐νώ
Ρήμα
[επεξεργασία]προξενώ, στ.μέλλ.: θα προξενήσω, αόρ.: προξένησα, παθ.φωνή: προξενούμαι, μτχ.π.ε.: προξενούμενος, π.αόρ.: προξενήθηκα, μτχ.π.π.: προξενημένος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προξενώ | προξενούσα | θα προξενώ | να προξενώ | προξενώντας | |
| β' ενικ. | προξενείς | προξενούσες | θα προξενείς | να προξενείς | ||
| γ' ενικ. | προξενεί | προξενούσε | θα προξενεί | να προξενεί | ||
| α' πληθ. | προξενούμε | προξενούσαμε | θα προξενούμε | να προξενούμε | ||
| β' πληθ. | προξενείτε | προξενούσατε | θα προξενείτε | να προξενείτε | προξενείτε | |
| γ' πληθ. | προξενούν(ε) | προξενούσαν(ε) | θα προξενούν(ε) | να προξενούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προξένησα | θα προξενήσω | να προξενήσω | προξενήσει | ||
| β' ενικ. | προξένησες | θα προξενήσεις | να προξενήσεις | προξένησε | ||
| γ' ενικ. | προξένησε | θα προξενήσει | να προξενήσει | |||
| α' πληθ. | προξενήσαμε | θα προξενήσουμε | να προξενήσουμε | |||
| β' πληθ. | προξενήσατε | θα προξενήσετε | να προξενήσετε | προξενήστε | ||
| γ' πληθ. | προξένησαν προξενήσαν(ε) |
θα προξενήσουν(ε) | να προξενήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω προξενήσει | είχα προξενήσει | θα έχω προξενήσει | να έχω προξενήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις προξενήσει | είχες προξενήσει | θα έχεις προξενήσει | να έχεις προξενήσει | έχε προξενημένο | |
| γ' ενικ. | έχει προξενήσει | είχε προξενήσει | θα έχει προξενήσει | να έχει προξενήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε προξενήσει | είχαμε προξενήσει | θα έχουμε προξενήσει | να έχουμε προξενήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε προξενήσει | είχατε προξενήσει | θα έχετε προξενήσει | να έχετε προξενήσει | έχετε προξενημένο | |
| γ' πληθ. | έχουν προξενήσει | είχαν προξενήσει | θα έχουν προξενήσει | να έχουν προξενήσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) προξενημένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) προξενημένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) προξενημένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) προξενημένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προξενούμαι | προξενούμουν | θα προξενούμαι | να προξενούμαι | ||
| β' ενικ. | προξενείσαι | προξενούσουν | θα προξενείσαι | να προξενείσαι | ||
| γ' ενικ. | προξενείται | προξενούνταν | θα προξενείται | να προξενείται | ||
| α' πληθ. | προξενούμαστε | προξενούμασταν προξενούμαστε |
θα προξενούμαστε | να προξενούμαστε | ||
| β' πληθ. | προξενείστε | προξενούσασταν προξενούσαστε |
θα προξενείστε | να προξενείστε | προξενείστε | |
| γ' πληθ. | προξενούνται | προξενούνταν | θα προξενούνται | να προξενούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προξενήθηκα | θα προξενηθώ | να προξενηθώ | προξενηθεί | ||
| β' ενικ. | προξενήθηκες | θα προξενηθείς | να προξενηθείς | προξενήσου | ||
| γ' ενικ. | προξενήθηκε | θα προξενηθεί | να προξενηθεί | |||
| α' πληθ. | προξενηθήκαμε | θα προξενηθούμε | να προξενηθούμε | |||
| β' πληθ. | προξενηθήκατε | θα προξενηθείτε | να προξενηθείτε | προξενηθείτε | ||
| γ' πληθ. | προξενήθηκαν προξενηθήκαν(ε) |
θα προξενηθούν(ε) | να προξενηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω προξενηθεί | είχα προξενηθεί | θα έχω προξενηθεί | να έχω προξενηθεί | προξενημένος | |
| β' ενικ. | έχεις προξενηθεί | είχες προξενηθεί | θα έχεις προξενηθεί | να έχεις προξενηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει προξενηθεί | είχε προξενηθεί | θα έχει προξενηθεί | να έχει προξενηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε προξενηθεί | είχαμε προξενηθεί | θα έχουμε προξενηθεί | να έχουμε προξενηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε προξενηθεί | είχατε προξενηθεί | θα έχετε προξενηθεί | να έχετε προξενηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν προξενηθεί | είχαν προξενηθεί | θα έχουν προξενηθεί | να έχουν προξενηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι προξενημένος - είμαστε, είστε, είναι προξενημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν προξενημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν προξενημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι προξενημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι προξενημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι προξενημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι προξενημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- προξενώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- προξενώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)