Μετάβαση στο περιεχόμενο

προξενώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προξενώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προξενέω, προξενῶ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.kseˈno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προξενώ

προξενώ, στ.μέλλ.: θα προξενήσω, αόρ.: προξένησα, παθ.φωνή: προξενούμαι, μτχ.π.ε.: προξενούμενος, π.αόρ.: προξενήθηκα, μτχ.π.π.: προξενημένος

  • κάνω κάτι να συμβεί, συνήθως αρνητικό
    παράδειγμα Η απρόσεχτη οδήγηση προξενεί πολλούς θανάτους.
    παράδειγμα Η πλυμμύρα προξένησε σημαντική ζημιά στο χωριό.
     συνώνυμα: επιφέρω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]