προπαρασκευάστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προπαρασκευάστρια προπαρασκευάστριες
γενική προπαρασκευάστριας προπαρασκευαστριών
αιτιατική προπαρασκευάστρια προπαρασκευάστριες
κλητική προπαρασκευάστρια προπαρασκευάστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπαρασκευάστρια < προπαρασκευαστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προπαρασκευάστρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: προπαρασκευαστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]