Μετάβαση στο περιεχόμενο

προπενάλη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προπενάλη οι προπενάλες
      γενική της προπενάλης των προπεναλών
    αιτιατική την προπενάλη τις προπενάλες
     κλητική προπενάλη προπενάλες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η δομή της προπενάλης (ακρολεΐνης)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προπενάλη < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική propenal

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προπενάλη θηλυκό ή ακρολεΐνη

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]