προπηλακίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπηλακίζω < αρχαία ελληνική προπηλακίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

προπηλακίζω

  1. εκστομίζω ύβρεις εναντίον κάποιου σε δημόσια εμφάνισή του, κατακρίνω βίαια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπηλακίζω < πρό + πηλός + -ακίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

προπηλακίζω

  1. πασαλείβω με πηλό
  2. (μεταφορικά) εξευτελίζω