προπόνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προπόνηση οι προπονήσεις
      γενική της προπόνησης
προπονήσεως*
των προπονήσεων
    αιτιατική την προπόνηση τις προπονήσεις
     κλητική προπόνηση προπονήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπόνηση < προπονώ + -ση

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾoˈpo.ni.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προπόνηση θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]