Μετάβαση στο περιεχόμενο

προς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρός[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προς

Πρόθεση

[επεξεργασία]

προς

  1. (τοπικά) δηλώνει την κατεύθυνση της κίνησης, προς το μέρος
    παράδειγμα  Κατευθύνομαι προς την Αθήνα.
  2. (μεταφορικά) δηλώνει την κατεύθυνση μιας ενέργειας
    παράδειγμα  Απευθύνομαι προς τους γονείς.
  3. (χρονικά) πλησιάζοντας σε ένα χρονικό σημείο
    παράδειγμα  Θα συναντηθούμε προς το βράδυ.
  4. (με γενική) στο όνομα
    παράδειγμα  προς Θεού
  5. (λόγιο, με δοτική) επιπλέον, επιπροσθέτως
    παράδειγμα  προς τούτοις

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. προς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. προς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)