προσάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσάγω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

προσάγω, παρατ.: προσήγα, στιγμ. μέλλ.: θα προσαγάγω, αόρ.: προσήγαγα , παθ.φωνή: προσάγομαι , μτχ. παθ. αορ.: προσαχθείς

  1. συλλαμβάνω και οδηγώ κάποιον σε αστυνομικό τμήμα

Plume ombre.png Κλίση[]

Σημείωση: Στον παθητικό αόριστο είναι εύχρηστοι οι λόγιοι τύποι προσήχθην, (προσήχθης), προσήχθη, (προσήχθημεν), (προσήχθητε), προσήχθησαν καθώς και η μετοχή προσαχθείς

32πχ Μεταφράσεις[]