προσάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσάγω < αρχαία ελληνική προσάγω < πρός + ἄγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσάγω, πρτ.: προσήγα, στ.μέλλ.: θα προσαγάγω, αόρ.: προσήγαγα, παθ.φωνή: προσάγομαι, μτχ. παθ. αορ.: προσαχθείς

  1. συλλαμβάνω και οδηγώ κάποιον σε αστυνομικό τμήμα

Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Στον παθητικό αόριστο είναι εύχρηστοι οι λόγιοι τύποι προσήχθην, (προσήχθης), προσήχθη, (προσήχθημεν), (προσήχθητε), προσήχθησαν καθώς και η μετοχή προσαχθείς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]