προσήλωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσήλωση < ελληνιστική κοινή προσήλωσις < προσηλόω (καρφώνω) < πρός + ἧλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσήλωση θηλυκό

  1. η χωρίς αποκλίσεις σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος και της προσοχής σε ένα στόχο
  2. η επικέντρωση σε συγκεκριμένο σκοπό-στόχο, η αφοσίωση
    δείχνει προσήλωση στο καθήκον του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]