προσαγωγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαγωγός < αρχαία ελληνική προσαγωγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσαγωγός

  1. ο μέγας προσαγωγός μυς του μηρού

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έλκει από την περιφέρεια προς το κέντρο
    προσαγωγός αγγείωση (π.χ. στο ήπαρ)
    προσαγωγός μυς του αντίχειρα, βραχύς προσαγωγός του μηρού κ.α.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαγωγός < προσάγω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσαγωγός,ός,όν

  1. που έλκει, τραβάει, ελκυστικός, πειστικός