προσανατολίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσανατολίζω < προσ- + ανατολή + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική orienter)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔsanatoˈlizɔ/
συλλαβισμός: προ‐σα‐να‐το‐λί‐ζω
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐α‐να‐το‐λί‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσανατολίζω (παθητική φωνή: προσανατολίζομαι)

  1. εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ' επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι
  2. (μεταφορικά) κατευθύνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή βρίσκομαι εκεί

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]