προσαρμόσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

προσαρμόσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
  2. θα προσαρμόσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προσαρμόζω