προσαρτημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσαρτημένος προσαρτημένη προσαρτημένο
γενική προσαρτημένου προσαρτημένης προσαρτημένου
αιτιατική προσαρτημένο προσαρτημένη προσαρτημένο
κλητική προσαρτημένε προσαρτημένη προσαρτημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσαρτημένοι προσαρτημένες προσαρτημένα
γενική προσαρτημένων προσαρτημένων προσαρτημένων
αιτιατική προσαρτημένους προσαρτημένες προσαρτημένα
κλητική προσαρτημένοι προσαρτημένες προσαρτημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσαρτώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προσαρτημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: προσαρτώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]