προσγειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσγειώνω < ελληνιστική κοινή πρόσγειος + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική atterrir)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσγειώνω

  1. (αεροπορικός όρος) κατεβάζω από τον αέρα και οδηγώ στο έδαφος
  2. (κατ’ επέκταση) πέφτω κάπου μετά από μια (εναέρια) πορεία
  3. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να χάσει τις ψευδαισθήσεις του και τον επαναφέρω στην πραγματικότητα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]