προσδίδωμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδίδωμι < πρός + δίδωμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dédeh₃- < *deh- (δίνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσδίδωμι

  1. δίνω επιπλέον, παρέχω επιπρόσθετα
  2. δίνω μερίδιο
  3. (θρησκεία) μοιράζω κομμάτια του θυσιασθέντος ζώου
  4. προσφέρω (από φιλανθρωπία), ελεώ
  5. εκχωρώ, επιτρέπω
  6. δίνω στα χέρια κάποιου, εγχειρίζω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]