προσδοκέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: προσδοκάω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδοκέω < προς + δοκέω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσδοκέω, νομίζομαι προσέτι, φαίνομαι

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]