προσδοκώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : προσδοκέω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδοκώ < προσδοκάω, -ῶ < προς + το ιωνικό δοκέω-δοκῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσδοκώ, μτχ. ενεστ. προσδοκώμενος, παρατ. προσδοκούσα

  1. προσμένω μετά δέους ή ελπίδας, αναμένω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. προσδοκώ προσδοκούσα θα προσδοκώ να προσδοκώ προσδοκώντας
β' ενικ. προσδοκάς προσδοκούσες θα προσδοκάς να προσδοκάς προσδόκα
γ' ενικ. προσδοκά προσδοκούσε θα προσδοκά να προσδοκά
α' πληθ. προσδοκούμε προσδοκούσαμε θα προσδοκούμε να προσδοκούμε
β' πληθ. προσδοκάτε προσδοκούσατε θα προσδοκάτε να προσδοκάτε προσδοκάτε
γ' πληθ. προσδοκούν προσδοκούσαν θα προσδοκούν να προσδοκούν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]