προσδόκιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδόκιμος < για να αποδοθεί στα ελληνικά το δεύτερο συνθετικό του όρου life expectancy < προσδοκώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσδόκιμος, -η, -ο

  • ο αναμενόμενος, ο προσδοκώμενος, ο εκτιμώμενος πιθανά (από έρευνες και στατιστικές) χρόνος που μπορεί να προσδοκάται ότι θα ζήσει ένα ζωντανό πλάσμα, συνήθως άνθρωπος, αλλά και ζώο
    ο προσδόκιμος χρόνος ζωής, το προσδόκιμο ζωής, το προσδόκιμο επιβίωσης (πόσο αναμένεται, σύμφωνα με επιδημιολογικές/στατιστικές έρευνες ότι θα ζήσει κάποιος)
  • (καταχρηστικά) γίνεται χρήση του όρου και για είδη/αντικείμενα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]