προσεγγιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική προσεγγιστικός προσεγγιστική προσεγγιστικό
γενική προσεγγιστικού προσεγγιστικής προσεγγιστικού
αιτιατική προσεγγιστικό προσεγγιστική προσεγγιστικό
κλητική προσεγγιστικέ προσεγγιστική προσεγγιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσεγγιστικοί προσεγγιστικές προσεγγιστικά
γενική προσεγγιστικών προσεγγιστικών προσεγγιστικών
αιτιατική προσεγγιστικούς προσεγγιστικές προσεγγιστικά
κλητική προσεγγιστικοί προσεγγιστικές προσεγγιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσεγγιστικός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική approximatif

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσεγγιστικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται κατά προσέγγιση
  2. που πλησιάζει
  3. (γλωσσολογία) → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: προσεγγίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]