προσευχόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσευχόμενος προσευχόμενη/
ομένη
προσευχόμενο
γενική προσευχόμενου/
ομένου
προσευχόμενης/
ομένης
προσευχόμενου/
ομένου
αιτιατική προσευχόμενο προσευχόμενη/
ομένη
προσευχόμενο
κλητική προσευχόμενε προσευχόμενη/
ομένη
προσευχόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσευχόμενοι προσευχόμενες προσευχόμενα
γενική προσευχόμενων/
ομένων
προσευχόμενων/
ομένων
προσευχόμενων/
ομένων
αιτιατική προσευχόμενους προσευχόμενες προσευχόμενα
κλητική προσευχόμενοι προσευχόμενες προσευχόμενα

Μετοχή του ρήματος προσεύχομαι[επεξεργασία]