προσηλυτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προσηλυτισμός οι προσηλυτισμοί
      γενική του προσηλυτισμού των προσηλυτισμών
    αιτιατική τον προσηλυτισμό τους προσηλυτισμούς
     κλητική προσηλυτισμέ προσηλυτισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσηλυτισμός < προσηλυτίζω H λέξη μαρτυρείται από το 1855. < προσήλυτος(προσ- + -ήλυτος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσηλυτισμός αρσενικό (λόγιο)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]