Μετάβαση στο περιεχόμενο

προσθέτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προσθέτω < μεσαιωνική ελληνική προσθέτω[1] < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός (προσ-) + τίθημι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾoˈsθe.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐σθέ‐τω
ΔΦΑ : /pɾosˈθe.to/ (σπάνια, με προφορά του προθήματος)
παλιότερος συλλαβισμός : προσ‐θέ‐τω
προσθέτω (παθητική φωνή: προσθέτομαι, προστίθεμαι)
  1. αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης
    παράδειγμα  ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
  2. ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω
    παράδειγμα  η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
  3. επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο
    παράδειγμα  αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
  4. συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού
    παράδειγμα  προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
  5. βάζω κάτι επιπλέον
    παράδειγμα  πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
    ※  Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
  6. μιλάω συμπληρωματικά για κάτι
    παράδειγμα  στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
    ※  και οι δύο πλευρές στην κορεατική χερσόνησο πρέπει να «κάνουν περισσότερα για να συμβάλουν στην ειρήνη» και πρόσθεσε πως είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψουν στις εξαμερείς συνομιλίες για τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας. (Σε κατάσταση συναγερμού ο στρατός της Νότιας Κορέας, skai.gr, 23/11/2010 )
  7. συνυπολογίζω
    παράδειγμα  αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ προσθέτω - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

→ ζητούμενο λήμμα