προσθέτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προσθέτω < μεσαιωνική ελληνική προσθέτω[1] < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός (προσ-) + τίθημι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾoˈsθe.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐σθέ‐τω
- ΔΦΑ : /pɾosˈθe.to/ (σπάνια, με προφορά του προθήματος)
- παλιότερος συλλαβισμός : προσ‐θέ‐τω
Ρήμα
[επεξεργασία]- προσθέτω (παθητική φωνή: προσθέτομαι, προστίθεμαι)
- αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης
- ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
- ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω
- η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
- επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο
- αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
- συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού
- προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
- βάζω κάτι επιπλέον
- πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
- μιλάω συμπληρωματικά για κάτι
- στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
- συνυπολογίζω
- αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προσθέτω | προσέθετα | θα προσθέτω | να προσθέτω | προσθέτοντας | |
| β' ενικ. | προσθέτεις | προσέθετες | θα προσθέτεις | να προσθέτεις | προσέθετε | |
| γ' ενικ. | προσθέτει | προσέθετε | θα προσθέτει | να προσθέτει | ||
| α' πληθ. | προσθέτουμε | προσθέταμε | θα προσθέτουμε | να προσθέτουμε | ||
| β' πληθ. | προσθέτετε | προσθέτατε | θα προσθέτετε | να προσθέτετε | προσθέτετε | |
| γ' πληθ. | προσθέτουν(ε) | προσέθεταν προσθέταν(ε) |
θα προσθέτουν(ε) | να προσθέτουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προσέθεσα | θα προσθέσω | να προσθέσω | προσθέσει | ||
| β' ενικ. | προσέθεσες | θα προσθέσεις | να προσθέσεις | προσέθεσε | ||
| γ' ενικ. | προσέθεσε | θα προσθέσει | να προσθέσει | |||
| α' πληθ. | προσθέσαμε | θα προσθέσουμε | να προσθέσουμε | |||
| β' πληθ. | προσθέσατε | θα προσθέσετε | να προσθέσετε | προσθέστε | ||
| γ' πληθ. | προσέθεσαν προσθέσαν(ε) |
θα προσθέσουν(ε) | να προσθέσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω προσθέσει | είχα προσθέσει | θα έχω προσθέσει | να έχω προσθέσει | ||
| β' ενικ. | έχεις προσθέσει | είχες προσθέσει | θα έχεις προσθέσει | να έχεις προσθέσει | έχε προστεθειμένο | |
| γ' ενικ. | έχει προσθέσει | είχε προσθέσει | θα έχει προσθέσει | να έχει προσθέσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε προσθέσει | είχαμε προσθέσει | θα έχουμε προσθέσει | να έχουμε προσθέσει | ||
| β' πληθ. | έχετε προσθέσει | είχατε προσθέσει | θα έχετε προσθέσει | να έχετε προσθέσει | έχετε προστεθειμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν προσθέσει | είχαν προσθέσει | θα έχουν προσθέσει | να έχουν προσθέσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) προστεθειμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) προστεθειμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) προστεθειμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) προστεθειμένο | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ προσθέτω - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- προσθέτω - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- σελ.149, Τόμος 18 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα προσ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)