προσκείμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσκείμενος < μετοχή ενεστώτα του πρόσκειμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

προσκείμενος

  1. που βρίσκεται δίπλα σε κάτι
    σε ένα ορθογώνιο τρίγωνο, ο λόγος της προσκείμενης σε μια οξεία γωνία πλευράς προς την υποτείνουσα ονομάζεται συνημίτονο της γωνίας αυτής
  2. ο υποστηρικτής
    οι προσκείμενοι προς την εσωτερική αντιπολίτευση του κόμματος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]