προσκρούω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσκρούω < αρχαία ελληνική προσκρούω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσκρούω

  1. χτυπάω πάνω σε κάτι ενώ κινούμαι
  2. (μεταφορικά) αντιμάχομαι, είμαι ενάντιος σε κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσκρούω < πρός + κρούω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσκρούω

  1. προσκρούω