προσκυνώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσκυνώ < αρχαία ελληνική προσκυνέω / προσκυνῶ < πρός + κυνέω / κυνῶ (φιλώ, λατρεύω, σέβομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσκυνώ

  1. γονατίζω μπροστά σε εικόνα φιλώντας την ως ένδειξη πίστης.
  2. υποκλίνομαι, φιλώντας τα χέρια ή τα πόδια κάποιου, ως ένδειξη υποταγής.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]