προσκύρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσκύρωση προσκυρώσεις
γενική προσκύρωσης
& προσκυρώσεως
προσκυρώσεων
αιτιατική προσκύρωση προσκυρώσεις
κλητική προσκύρωση προσκυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσκύρωση < μεταγενέστερη ελληνική προσκύρωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσκύρωση θηλυκό

  1. (νομικός όρος) η αναγκαστική μεταβίβαση σε κάποιον της κυριότητας ενός πράγματος που ανήκει σε άλλον


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]