προσληπτέος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσληπτέος προσληπτέα προσληπτέο
γενική προσληπτέου προσληπτέας προσληπτέου
αιτιατική προσληπτέο προσληπτέα προσληπτέο
κλητική προσληπτέε προσληπτέα προσληπτέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσληπτέοι προσληπτέες προσληπτέα
γενική προσληπτέων προσληπτέων προσληπτέων
αιτιατική προσληπτέους προσληπτέες προσληπτέα
κλητική προσληπτέοι προσληπτέες προσληπτέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσληπτέος < αρχαία ελληνική προσληπτέος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσληπτέος, -α, -ο

  • που πρέπει να προσληφθεί, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ή έχει πετύχει σε διαγωνισμό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]