προσοφθάλμιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσοφθάλμιος προσοφθάλμια προσοφθάλμιο
γενική προσοφθάλμιου προσοφθάλμιας προσοφθάλμιου
αιτιατική προσοφθάλμιο προσοφθάλμια προσοφθάλμιο
κλητική προσοφθάλμιε προσοφθάλμια προσοφθάλμιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσοφθάλμιοι προσοφθάλμιες προσοφθάλμια
γενική προσοφθάλμιων προσοφθάλμιων προσοφθάλμιων
αιτιατική προσοφθάλμιους προσοφθάλμιες προσοφθάλμια
κλητική προσοφθάλμιοι προσοφθάλμιες προσοφθάλμια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσοφθάλμιος < προσ- + οφθαλμός + -ιος

Επίθετο[επεξεργασία]

προσοφθάλμιος

  1. που προσαρμόζεται μπροστά από το μάτι
  2. (ουσιαστικοποιημένο) προσοφθάλμιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]