προσπίπτων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

προσπίπτουσα in English translation and definition "προσπίπτουσα", Greek-English Dictionary online

 add translation  

Translations into English:

incident (Adjective ) (noun )

 physics: falling on a surface
 physics: falling on a surface

Similar phrases in dictionary