προσπερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσπερνώ < πρόθημα προσ- + ρήμα περνώ

Ρήμα[επεξεργασία]

προσπερνώ

  1. περνώ δίπλα από κάτι (ακίνητο ή κινούμενο) ενώ κινούμαι και το αφήνω πίσω μου
  2. (μεταφορικά) δεν δίνω έκταση σε κάτι ενοχλητικό, το αντιπαρέρχομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]