προσποιούμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προσποιούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσποιοῦμαι, συνηρημένος τύπος του προσποιέομαι < προσ- + ποιέομαι / ποιοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ποιέω / ποιῶ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾo.spiˈu.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐σποι‐ού‐μαι
- παλιότερος συλλαβισμός : προσ‐ποι‐ού‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]προσποιούμαι, μτχ.π.ε.: προσποιούμενος, π.αόρ.: προσποιήθηκα (αποθετικό ρήμα)
- υποκρίνομαι για να δείξω μια πλαστή, μη πραγματική εικόνα του εαυτού μου
Προσποιείται τον ανήξερο- ※ Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)
- ※ Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr )
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]- ο τύπος μετοχής παρακειμένου προσποιημένος δεν είναι ιδιαίτερα δόκιμος
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προσποιούμαι | προσποιούμουν | θα προσποιούμαι | να προσποιούμαι | προσποιούμενος | |
| β' ενικ. | προσποιείσαι | προσποιούσουν | θα προσποιείσαι | να προσποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | προσποιείται | προσποιούνταν | θα προσποιείται | να προσποιείται | ||
| α' πληθ. | προσποιούμαστε | προσποιούμασταν προσποιούμαστε |
θα προσποιούμαστε | να προσποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | προσποιείστε | προσποιούσασταν προσποιούσαστε |
θα προσποιείστε | να προσποιείστε | προσποιείστε | |
| γ' πληθ. | προσποιούνται | προσποιούνταν | θα προσποιούνται | να προσποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προσποιήθηκα | θα προσποιηθώ | να προσποιηθώ | προσποιηθεί | ||
| β' ενικ. | προσποιήθηκες | θα προσποιηθείς | να προσποιηθείς | προσποιήσου | ||
| γ' ενικ. | προσποιήθηκε | θα προσποιηθεί | να προσποιηθεί | |||
| α' πληθ. | προσποιηθήκαμε | θα προσποιηθούμε | να προσποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | προσποιηθήκατε | θα προσποιηθείτε | να προσποιηθείτε | προσποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | προσποιήθηκαν προσποιηθήκαν(ε) |
θα προσποιηθούν(ε) | να προσποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω προσποιηθεί | είχα προσποιηθεί | θα έχω προσποιηθεί | να έχω προσποιηθεί | προσποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις προσποιηθεί | είχες προσποιηθεί | θα έχεις προσποιηθεί | να έχεις προσποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει προσποιηθεί | είχε προσποιηθεί | θα έχει προσποιηθεί | να έχει προσποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε προσποιηθεί | είχαμε προσποιηθεί | θα έχουμε προσποιηθεί | να έχουμε προσποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε προσποιηθεί | είχατε προσποιηθεί | θα έχετε προσποιηθεί | να έχετε προσποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν προσποιηθεί | είχαν προσποιηθεί | θα έχουν προσποιηθεί | να έχουν προσποιηθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα προσ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)