Μετάβαση στο περιεχόμενο

προσσελήνωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσσελήνωση οι προσσεληνώσεις
      γενική της προσσελήνωσης* των προσσεληνώσεων
    αιτιατική την προσσελήνωση τις προσσεληνώσεις
     κλητική προσσελήνωση προσσεληνώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, προσσεληνώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ρουμανικά γραμματόσημα προς τιμήν της προσσελήνωσης του Apollo 11 (ημερομηνία έκδοσης: 24-07-1969).
Βίντεο με την προσσελήνωση του διαστημόπλοιου Appolo 15 (30-07-1971).

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προσσελήνωση < (προσσεληνώνω) προσσεληνω- + -ση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική moon landing

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾos.seˈli.no.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προσσελήνωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προσσελήνωση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]