προστάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προστάτης οι προστάτες
      γενική του προστάτη των προστατών
    αιτιατική τον προστάτη τους προστάτες
     κλητική προστάτη προστάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστάτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προστάτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προστάτης αρσενικό (θηλυκό: προστάτρια, προστάτιδα, προστάτισσα, λόγιο: προστάτις)

  1. αυτός που προστατεύει κάποιον ή κάτι
    ο Άγιος Νικόλαος είναι προστάτης των ναυτικών
  2. (κόσμια) ο νταβατζής
    δεν χρειαζόμαστε προστάτες
  3. (βιολογία) ο αδένας που ανήκει στο ανδρικό γεννητικό σύστημα
    έκανε τελικά εγχείρηση προστάτη;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
προστᾰτα-
ονομαστική προστάτης οἱ προστάται
      γενική τοῦ προστάτου τῶν προστατῶν
      δοτική τῷ προστάτ τοῖς προστάταις
    αιτιατική τὸν προστάτην τοὺς προστάτᾱς
     κλητική ! προστάτ προστάται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προστάτ
γεν-δοτ τοῖν  προστάταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστάτης < προ- + θέμα στα- του ἵσταμαι + -της [1]δείτε και  προΐστημι < πρό + ἵστημι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προστάτης αρσενικό

  1. ηγέτης
    ※  4ος/3ος αιώνας πΚΕ - Ξενοφών, Απομνημονεύματα, Γ (X.Mem.3.4.6)
    λέγεις σύ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὡς τοῦ αὐτοῦ ἀνδρός ἐστι χορηγεῖν τε καλῶς καὶ στρατηγεῖν; λέγω ἔγωγ᾽, ἔφη, ὡς, ὅτου ἄν τις προστατεύῃ, ἐὰν γιγνώσκῃ τε ὧν δεῖ καὶ ταῦτα πορίζεσθαι δύνηται, ἀγαθὸς ἂν εἴη προστάτης, εἴτε χοροῦ εἴτε οἴκου εἴτε πόλεως εἴτε στρατεύματος προστατεύοι.
    λείπει η μετάφραση
    1. αυτός που στέκεται μπροστά από τους άλλους
    2. ο αρχηγός (πχ ενός κόμματος)
    3. ο κυβερνήτης
  2. ο προστάτης, αυτός που προστατεύει
  3. στην Αρχαία Αθήνα, κάποιος που φρόντιζε για τις νομικές υποθέσεις των μετοίκων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τις λέξεις πρό και ἵστημι

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]