προστάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προστάτης προστάτες
γενική προστάτη προστατών
αιτιατική προστάτη προστάτες
κλητική προστάτη προστάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστάτης < αρχαία ελληνική προστάτης < προΐσταμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προστάτης αρσενικό (θηλυκό: προστάτρια, προστάτιδα, προστάτισσα, (λόγιο) προστάτις)

  1. αυτός που προστατεύει κάποιον ή κάτι
    ο Άγιος Νικόλαος είναι προστάτης των ναυτικών
  2. (κόσμια) ο νταβατζής
    δεν χρειαζόμαστε προστάτες
  3. (βιολογία) αδένας που ανήκει στο ανδρικό γεννητικό σύστημα
    έκανε τελικά εγχείρηση προστάτη;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστάτης < προΐστημι < πρό + ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προστάτης αρσενικό

  1. αυτός που στέκεται μπροστά από τους άλλους
  2. ο αρχηγός (πχ ενός κόμματος)
  3. ο κυβερνήτης
  4. ο προστάτης, αυτός που προστατεύει
  5. στην Αρχαία Αθήνα, κάποιος που φρόντιζε για τις νομικές υποθέσεις των μετοίκων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1321