προσταγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσταγή οι προσταγές
      γενική της προσταγής των προσταγών
    αιτιατική την προσταγή τις προσταγές
     κλητική προσταγή προσταγές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσταγή < αρχαία ελληνική προσταγή < προστάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσταγή θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Η επιθυμία και η προτροπή κάποιου για την πραγματοποίηση της θέλησης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]