προστατευόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστατευόμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προστατευόμενος & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική protégé [1]

Μετοχή[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προστατευόμενος η προστατευόμενη το προστατευόμενο
      γενική του προστατευόμενου της προστατευόμενης του προστατευόμενου
    αιτιατική τον προστατευόμενο την προστατευόμενη το προστατευόμενο
     κλητική προστατευόμενε προστατευόμενη προστατευόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προστατευόμενοι οι προστατευόμενες τα προστατευόμενα
      γενική των προστατευόμενων των προστατευόμενων των προστατευόμενων
    αιτιατική τους προστατευόμενους τις προστατευόμενες τα προστατευόμενα
     κλητική προστατευόμενοι προστατευόμενες προστατευόμενα
Συγκρίνετε με την κλίση των ουσιαστικοποιημένων.
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

προστατευόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προστατεύω: που προστατεύεται από κάποιον

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προστατευόμενος οι προστατευόμενοι
      γενική του προστατευόμενου
προστατευομένου
των προστατευόμενων
προστατευομένων
    αιτιατική τον προστατευόμενο τους προστατευόμενους
προστατευομένους
     κλητική προστατευόμενε προστατευόμενοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συγκρίνετε με την κλίση της μετοχής προστατευόμενος.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

προστατευόμενος αρσενικό (θηλυκό προστατευόμενη, λόγιο: προστατευομένη)

  • αυτός που τον έχει πάρει υπό την προστασία του κάποιος ισχυρός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Μετοχή[επεξεργασία]

προστατευόμενος, -η, -ον