προστριβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προστριβή οι προστριβές
      γενική της προστριβής των προστριβών
    αιτιατική την προστριβή τις προστριβές
     κλητική προστριβή προστριβές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστριβή < προστρίβω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.stɾi.ˈvi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προστριβή θηλυκό

  1. η τριβή δύο αντικειμένων μεταξύ τους
     συνώνυμα: πρόστριψη
    γραμμή προστριβής παγετώνα
    σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής
  2. η έλλειψη συμφωνίας στις απόψεις δύο προσώπων, με αποτέλεσμα την ψυχρότητα στις σχέσεις τους
     συνώνυμα: διένεξη, καυγάς μάλωμα, φιλονικία
    συνεχίζονται οι προστριβές μεταξύ των δύο υποψηφίων


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]