προσυλλογισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προσυλλογισμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσυλλογίζομαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προσυλλογισμένος
|
|
προσυλλογισμένος, -η, -ο
|
|