προσυπογράφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσυπογράφω < ελληνιστική κοινή προσυπογράφω < πρός + αρχαία ελληνική ὑπογράφω < ὑπό + γράφω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσυπογράφω (παθητική φωνή: προσυπογράφομαι)

  1. υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους
  2. δίνω την έγκρισή μου σε κάτι, αποδέχομαι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]