Μετάβαση στο περιεχόμενο

προσωπικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προσωπικός η προσωπική το προσωπικό
      γενική του προσωπικού της προσωπικής του προσωπικού
    αιτιατική τον προσωπικό την προσωπική το προσωπικό
     κλητική προσωπικέ προσωπική προσωπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσωπικοί οι προσωπικές τα προσωπικά
      γενική των προσωπικών των προσωπικών των προσωπικών
    αιτιατική τους προσωπικούς τις προσωπικές τα προσωπικά
     κλητική προσωπικοί προσωπικές προσωπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προσωπικός < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.so.piˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προσωπικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

προσωπικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
  2. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
      Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
     συνώνυμα: ατομικός
  3. (γραμματική) που αναφέρεται σε πρόσωπο
    παράδειγμα  προσωπική αντωνυμία
  4. που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο και όχι σε πολλά
  5. που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως
  6. (πληροφορική)  δείτε τον όρο προσωπικός υπολογιστής

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]