προσωπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσωπικός προσωπική προσωπικό
γενική προσωπικού προσωπικής προσωπικού
αιτιατική προσωπικό προσωπική προσωπικό
κλητική προσωπικέ προσωπική προσωπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσωπικοί προσωπικές προσωπικά
γενική προσωπικών προσωπικών προσωπικών
αιτιατική προσωπικούς προσωπικές προσωπικά
κλητική προσωπικοί προσωπικές προσωπικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσωπικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσωπικός

  1. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
  2. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    ατομικός
  3. που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο
  4. που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]