προσωπικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προσωπικός < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾo.so.piˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐σω‐πι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]προσωπικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
- ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- ≈ συνώνυμα: ατομικός
- (γραμματική) που αναφέρεται σε πρόσωπο
- που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο και όχι σε πολλά
- που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως
- (πληροφορική) → δείτε τον όρο προσωπικός υπολογιστής
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- προσωπικά (επίρρημα)
- προσωπικό (ουδέτερο)
- προσωπικώς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχετικός με πρόσωπο/άτομο
Πηγές
[επεξεργασία]- προσωπικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- προσωπικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)