προσωπικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προσωπικός προσωπική προσωπικό
γενική προσωπικού προσωπικής προσωπικού
αιτιατική προσωπικό προσωπική προσωπικό
κλητική προσωπικέ προσωπική προσωπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσωπικοί προσωπικές προσωπικά
γενική προσωπικών προσωπικών προσωπικών
αιτιατική προσωπικούς προσωπικές προσωπικά
κλητική προσωπικοί προσωπικές προσωπικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσωπικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προσωπικός

  1. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
  2. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
    Συνώνυμα
    ατομικός
  3. που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο
  4. που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως
  5. (πληροφορική) βλ. προσωπικός υπολογιστής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]