προσωπογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσωπογραφία οι προσωπογραφίες
      γενική της προσωπογραφίας των προσωπογραφιών
    αιτιατική την προσωπογραφία τις προσωπογραφίες
     κλητική προσωπογραφία προσωπογραφίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσωπογραφία < πρόσωπο + -γραφία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσωπογραφία θηλυκό

  • η εύστοχη απεικόνιση ενός προσώπου σε ζωγραφικό πίνακα, σε φωτογραφία, ή με την γλυπτική, ή άλλη τέχνη, αλλά παράλληλα και η απεικόνιση της προσωπικότητας, και των συναισθημάτων του προσώπου που απεικονίζεται, όπως το αντιλαμβάνεται ο δημιουργός


Μεταφράσεις[επεξεργασία]