προσωπομετρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσωπομετρία προσωπομετρίες
γενική προσωπομετρίας προσωπομετριών
αιτιατική προσωπομετρία προσωπομετρίες
κλητική προσωπομετρία προσωπομετρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσωπομετρία < πρόσωπο + -μετρία (< μετρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσωπομετρία θηλυκό χωρίς πληθυντικό

  • κλάδος της ανθρωπομετρίας, που ασχολείται επιστημονικά με τη μέτρηση των διαστάσεων του ανθρώπινου προσώπου και του κρανίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]