Μετάβαση στο περιεχόμενο

προσωρινό μέτρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προσωρινό μέτρο:  δείτε τις λέξεις προσωρινός και μέτρο. Για την έκφραση  δείτε τη λέξη προσωρινά μέτρα

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

προσωρινό μέτρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]