προσωρινό μέτρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προσωρινό μέτρο: → δείτε τις λέξεις προσωρινός και μέτρο. Για την έκφραση → δείτε τη λέξη προσωρινά μέτρα
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]προσωρινό μέτρο ουδέτερο
- (νομικός όρος) συνήθως στον πληθυντικό: προσωρινά μέτρα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]|
|