προτίθημι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : προστίθημι

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προτίθημι < πρό + τίθημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προτίθημι

  1. τοποθετώ μπροστά, θέτω κάτι ενώπιον άλλων, το προβάλλω, το παρουσιάζω, το προτείνω, το προτιμώ, το προτάσσω, επιβάλλω να προταχθεί, εκθέτω κάτι προς πώληση, προβάλλω κάτι ως υπεκφυγή ή πρόφαση
  2. ρίπτω μπροστά, πετάω κάτι
  3. ορίζω ως βραβείο, ορίζω ποινή
  4. εκθέτω νεκρό προς ταφή
  5. (στη μέση φωνή) προτίθεμαι: θέτω κάτι ενώπιόν μου, το προβάλλω, το θέτω ως προτεραιότητα (όπως και το ενεργητικό)
  6. (στη μέση φωνή) συγκαλώ συμβούλιο.
  7. προτείνω τον εαυτό μου, προβάλλομαι, μου επιτρέπω κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]