προτίθημι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]προτίθημι
- τοποθετώ μπροστά, θέτω κάτι ενώπιον άλλων, το προβάλλω, το παρουσιάζω, το προτείνω, το προτιμώ, το προτάσσω, επιβάλλω να προταχθεί
- ρίχνω μπροστά, πετάω κάτι
- εκθέτω κάτι προς πώληση
- προβάλλω κάτι ως υπεκφυγή ή πρόφαση
- ορίζω ως βραβείο
- ορίζω ποινή
- εκθέτω νεκρό προς ταφή
- (στη μέση φωνή προτίθεμαι)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: προτίθεμαι
- στις σημασίες του ενεργητικού
- συγκαλώ συμβούλιο
- προτείνω τον εαυτό μου, προβάλλομαι, μου επιτρέπω κάτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]- πρόθεσις (πρόθεση νεκρού προς ταφή)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- προτίθεμαι (στην κοινή νεοελληνική)
- προθέτω (καθαρεύουσα και ειδικές χρήσεις)
Πηγές
[επεξεργασία]- προτίθημι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- προτίθημι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.