προτεκτοράτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προτεκτοράτο προτεκτοράτα
γενική προτεκτοράτου προτεκτοράτων
αιτιατική προτεκτοράτο προτεκτοράτα
κλητική προτεκτοράτο προτεκτοράτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προτεκτοράτο < γαλλική protectorat

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προτεκτοράτο ουδέτερο

  1. η κατάσταση εξάρτησης ενός μικρού ή αδύνατου κράτους, ιδίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, από κάποιο μεγαλύτερο και δυνατότερο κράτος
  2. (ειδικότερα) το κράτος που βρίσκεται υπό καθεστώς τέτοιας εξάρτησης