προτερόχρονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προτερόχρονος προτερόχρονη προτερόχρονο
γενική προτερόχρονου προτερόχρονης προτερόχρονου
αιτιατική προτερόχρονο προτερόχρονη προτερόχρονο
κλητική προτερόχρονε προτερόχρονη προτερόχρονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προτερόχρονοι προτερόχρονες προτερόχρονα
γενική προτερόχρονων προτερόχρονων προτερόχρονων
αιτιατική προτερόχρονους προτερόχρονες προτερόχρονα
κλητική προτερόχρονοι προτερόχρονες προτερόχρονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προτερόχρονος < πρότερος + -ο- + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προτερόχρονος, -η, -ο

  1. που συμβαίνει, συνέβη ή θα συμβεί σε προηγούμενο χρόνο, πριν από κάποια άλλη πράξη
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (γραμματική) προτερόχρονο: κάτι που συμβαίνει, συνέβη ή θα συμβεί σε προηγούμενο χρόνο, πριν από κάποια άλλη πράξη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]