Μετάβαση στο περιεχόμενο

προφασισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προφασισμένος η προφασισμένη το προφασισμένο
      γενική του προφασισμένου της προφασισμένης του προφασισμένου
    αιτιατική τον προφασισμένο την προφασισμένη το προφασισμένο
     κλητική προφασισμένε προφασισμένη προφασισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προφασισμένοι οι προφασισμένες τα προφασισμένα
      γενική των προφασισμένων των προφασισμένων των προφασισμένων
    αιτιατική τους προφασισμένους τις προφασισμένες τα προφασισμένα
     κλητική προφασισμένοι προφασισμένες προφασισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προφασισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου προφασίζομαι

Μετοχή

[επεξεργασία]

προφασισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]