προφασισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προφασισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου προφασίζομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]προφασισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη προφασίζομαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προφασισμένος
|
|