προφητικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προφητικός < ελληνιστική κοινή προφητικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική prophétique[1] [2] ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική prophetic[1])
Επίθετο
[επεξεργασία]προφητικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με προφήτη ή προφητεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
- ※ Τα βιβλία του που θερμαίνουν όχι μόνο τη νεανική φαντασία, μα και των ώριμων, είναι σαφώς προφητικά. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])
Συγγενικά
[επεξεργασία]- προφητικά
- προφητικότητα
- προφητικώς
- → δείτε τη λέξη προφήτης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- 1 2 προφητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ προφητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)