προφυλακτικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προφυλακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προφυλακτικός < ελληνιστική κοινή προφυλακτικός < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préservatif[1] [2])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προφυλακτικό ουδέτερο
- ελαστικό κάλυμμα, συνήθως φτιαγμένο από λατέξ ή πολυουρεθάνη, που τοποθετείται στο αρσενικό γεννητικό όργανο πριν από τη σεξουαλική επαφή, για να προστατεύσει από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
- ※ Τι είναι αυτά; τον είχε ρωτήσει, καλά το βιάγκρα, ας υποθέσω ότι το θέλεις για τα συζυγικά σου καθήκοντα, παρότι θα'πρεπε να με ρωτήσεις, το ξέρεις ότι κινδυνεύει η υγεία σου; αλλά εντάξει να το παραβλέψω, τα προφυλακτικά όμως τι τα θέλεις, εφόσον μαζί μου, όποτε και εάν, δεν χρησιμοποιείς προφυλακτικό. (Μάρω Δούκα, Έλα να πούμε ψέματα, εκδ. Πατάκη, 2016)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ προφυλακτικό - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ προφυλακτικό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]προφυλακτικό
- αιτιατική ενικού του προφυλακτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφυλακτικός
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)