προχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προχωρώ < προ + χωρώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προχωρώ, πρτ.: προχωρούσα, στ.μέλλ.: θα προχωρήσω, αόρ.: προχώρησα, μτχ.π.π.: προχωρημένος

  1. κινούμαι μπρος τα εμπρός (ή γενικότερα προς κάποια κατεύθυνση)
  2. (+ σε) αρχίζω να κάνω κάτι ή συνεχίζω κάποια ενέργεια ξεκινώντας μια καινούρια φάση
    μετά την υπογραφή της συμφωνίας θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του έργου
    ' συνώνυμα: προβαίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]